02/05/2026
Νικόλαος Κατούντας – Ο Λεωνίδας της Κερύνειας
Όταν το καθήκον βαραίνει σαν μοίρα και η ψυχή του πολεμιστή υψώνεται πάνω από τον φόβο,
τότε γεννιούνται οι ήρωες που δεν χωρούν στον χρόνο.Άνδρες που γεννήθηκαν όχι απλώς για να ζήσουν, αλλά για να δείξουν πώς γράφεται η Αθανασία!!
Μία τέτοια μορφή είναι ο Αντιστράτηγος Νικόλαος Κατούντας, ο Λεωνίδας της Κερύνειας, ο αξιωματικός που στάθηκε όρθιος εκεί όπου άλλοι λύγισαν, και με τη ζωή του έγραψε το πιο φωτεινό κεφάλαιο του Ελληνισμού στην Κύπρο.
Γεννημένος στις 11 Ιανουαρίου 1943 στην Πάτρα, ο Κατούντας ανήκε στη γενιά εκείνη των Ελλήνων που μεγάλωσαν με το καθήκον μέσα στο αίμα τους.Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, Αλεξιπτωτιστής, Βατραχάνθρωπος, Χιονοδρόμος, και ταυτόχρονα πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών, συνδύαζε τον στρατιώτη με τον λόγιο, τον πολεμιστή με τον άνθρωπο.
Διοικητής του 31ου Λόχου Καταδρομών της 33ης Μοίρας Καταδρομών, με έδρα στο Πέλλα Πάις, κοντά στην Κερύνεια, υπήρξε υπόδειγμα ηγήτορα ψύχραιμος, αποφασιστικός, δίκαιος και βαθιά πατριώτης.
Όταν η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξέσπασε τον Ιούλιο του 1974, ο Κατούντας βρέθηκε εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του καθήκοντος.
Μεταξύ 20 και 22 Ιουλίου, οι Μοίρες Καταδρομών ανέλαβαν την αποστολή να καθυστερήσουν τον εχθρό στον Πενταδάκτυλο, στον Άγιο Ιλαρίωνα και στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας.
Ήταν άνισος ο αγώνας απέναντί τους, χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες, άρματα μάχης Μ-47, αεροπορική υπεροχή.Στο πλευρό του, μόλις 62 άνδρες, οπλισμένοι με ελάχιστο οπλισμό,όμως είχαν κάτι που δεν είχε ο εχθρός ψυχή ελληνική.
Όταν συνάντησε στρατιώτες του 251 Τάγματος Πεζικού να οπισθοχωρούν, ρώτησε με τη φωνή του καθήκοντος:
«Πού είναι οι Τούρκοι;»
Κι όταν του απάντησαν πως είναι πάρα πολλοί, αποκρίθηκε ακαριαία:
«Δεν σας ρώτησα πόσοι είναι, αλλά πού είναι!»
Ήταν η στιγμή που ο αξιωματικός έγινε σύμβολο.
Η φράση αυτή δεν ήταν λόγος πολεμικός ήταν όρκος τιμής που θα τον οδηγούσε στην αθανασία!!
Μιάμιση μέρα πολεμούσε μαζί με τους άνδρες του ενάντια σε 3.200 Τούρκους εισβολείς.
Χωρίς ενισχύσεις, χωρίς πυρομαχικά, με όπλα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κράτησε τη γραμμή του με το θάρρος και τη στρατηγική του ευφυΐα.
Κι όταν ο κλοιός έκλεισε, έδωσε τη διαταγή που θα τον κατατάξει για πάντα στους αθάνατους της Ιστορίας:
«Είναι διαταγή ρε!
Η Κύπρος θα μαυροφορεθεί και δεν θέλω να ’ναι κι οι μανάδες σας αυτές που θα φορέσουν μαύρα.
Φύγετε. Σας διατάσσω.»
Οι άνδρες του έφυγαν. Εκείνος έμεινε.
Ταμπουρώθηκε στην κουφάλα μιας χαρουπιάς, πολυβολώντας τους Τούρκους που πλησίαζαν.
Κι εκεί, ανάμεσα στις φλόγες και το σίδερο, έπεσε όρθιος, όπως ζούσε.Με το κεφάλι ψηλά, με τη στολή καθαρή, με την ψυχή αλώβητη.
Η θυσία του Κατούντα δεν ήταν μια στιγμιαία ηρωική πράξη.Ήταν το επιστέγασμα μιας ζωής αφιερωμένης στην Ελλάδα, ενός ανθρώπου που δεν γνώρισε τη λέξη «υποχώρηση».Ήξερε πως η Κερύνεια θα πέσει, μα έμεινε εκεί, γιατί κάποιος έπρεπε να φυλάει τις Θερμοπύλες και όπως ο Λεωνίδας στα στενά, έτσι κι αυτός στάθηκε σύμβολο της αντίστασης του Ελληνισμού απέναντι στην προδοσία, την εισβολή και τηλήθη.Δυστύχως όμως, υπάρχει μια πικρή διάφορα
ο Λεωνίδας, λίγα χρόνια μετά τη θυσία του, είδε στις Πλαταιές τη δικαίωση των Θερμοπυλών ,
ενώ ο Κατούντας ακόμη περιμένει να δικαιωθεί η θυσία του και να αναγνωριστεί πλήρως.Μέχρι τότε, παραμένει φάρος θάρρους, τιμής και αφοσίωσης.
Σήμερα, το όνομά του δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο σε στρατιωτικά χρονικά.
Είναι σημαία.Είναι παράδειγμα για κάθε νέο Έλληνα, κάθε αξιωματικό, κάθε ψυχή που πιστεύει στην Πατρίδα, στην Τιμή και στο Χρέος.
Η Κύπρος τον τιμά ως Ήρωα Ελευθερίας,
η Ελλάδα ως Αθάνατο Πολεμιστή,
και ο Ελληνισμός ολόκληρος τον μνημονεύει με δέος, όπως ταιριάζει στους αιώνιους Φρουρούς των Ορίων.
Γιατί ο Νικόλαος Κατούντας δεν πέθανε.
Απλώς πήρε θέση ανάμεσα στους αθάνατους φρουρούς του Έθνους,εκεί όπου αντηχούν οι φωνές του Λεωνίδα, του Διάκου, του Ίτσιου, του Αυξεντίου.
Αθάνατος!!!
Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η Κύπρος. Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων. 🇬🇷🇨🇾
Στυλιανός Καβάζης